|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
ΝΕΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ Επιλεγμένες περιγραφές 1. Αγορά Μεταβυζαντινής Εικόνας 2. Δωρεά Τάκη Χατζηττοφή 3.Αγορά σπάνιου χρυσοκέντητου κεντήματος από την Μικρά Ασία ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ. ΣΠΑΝΙΟ ΧΡΥΣΟΚΕΝΤΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών (ΕΚΣ) παρουσιάζει το νέο του απόκτημα, ένα σπάνιο χρυσοκέντημα από τη Μικρά Ασία το οποίο θα εμπλουτίσει τις συλλογές του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, της ΕΚΣ. Η απόκτηση του χρυσοκεντήματος ανακαλεί μνήμες από τις αλύτρωτες πατρίδες και τη σχέση τους με την Κύπρο. Επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο επιθυμεί να ευχαριστήσει δημοσίως την διευθύντρια και τα μέλη του Δ.Σ. του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού για την οικονομική τους χορηγία προς απόκτηση του δυσεύρετου αυτού πολύτιμου χρυσοκεντήματος. Το χρυσοκέντημα εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, στο μέγαρο της Παλαιάς Αρχιεπισκοπής. Ακολουθεί περιγραφή του χρυσοκεντήματος από την ερευνήτρια, κα Τζούλια Αστραίου-Χριστοφόρου, μέλος της ΕΚΣ. Σκούρο κόκκινο βελούδο ύφασμα με ανάγλυφο χρυσοκέντημα, διαστάσεις 196x156 εκ. Σπάνιο κέντημα καμωμένο με ψηλή αισθητική ισορροπία και άριστη τεχνική. Ο συνδυασμός του βελούδου με τις χρυσοκλωστές προσδίδουν πλούτο και πολυτέλεια στο κέντημα. Η παρουσία θηλειών στην ανάποδη πλευρά του υφάσματος κατά μήκος της περιμέτρου παραπέμπει στην υπόθεση ότι χρησιμοποιούνταν για την ανάρτησή του. Παρόμοια κεντήματα μεταφέρθηκαν από Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Κύπρο στις αρχές του 20ού αιώνα (1906, 1920, 1922). Πιθανόν να κατασκευάστηκε στον 19ον αιώνα. Τα μοτίβα του χρυσοκεντήματος, η διευθέτησή τους, οι πρώτες ύλες και η τεχνική είναι παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν σε μεταβυζαντινά λειτουργικά εκκλησιαστικά άμφια αλλά και σε κοσμικές αριστοκρατικές ενδυμασίες. Η χρήση του σκούρου κόκκινου βελούδινου υφάσματος, που προσομοιάζει στο αυτοκρατορικό πορφυρό, ακολουθεί την συνηθισμένη βυζαντινή πρακτική. Ο διάκοσμος με φυτικά θέματα διαρρυθμίζεται σε συνεχόμενο κυματοειδή μίσχο στην περίμετρο του υφάσματος, σε κυκλική ενότητα με λουλούδια στο κέντρο και σε σκόρπια στυλιζαρισμένα μπουκέτα στα ενδιάμεσα. Ο κυματοειδής μίσχος είναι μοτίβο που συνδέεται με την εκκλησιαστική κεντητική, ξυλογλυπτική και ζωγραφική. Σε απλούστερη μορφή χρησιμοποιείται και στους τσεβρέδες που είναι λαϊκό κέντημα με μεταβυζαντινή προέλευση. Το κέντημα δείχνει ομοιότητες με χρυσοκέντητα καλύμματα κρεβατιών από την Κωνσταντινούπολη, καθώς επίσης και Μικρασιάτικα κεντήματα. Νυφικές και επίσημες αστικές ενδυμασίες του 19ου αιώνα έχουν επίσης συγγένεια με το κέντημα, όπως την αρχοντική φορεσιά της Ανδριανούπολης, των Ιωαννίνων και γενικά της Ηπείρου. Το χρυσοκέντημα, αριστοτεχνικά καμωμένο, καταδεικνύει ότι έγινε από επαγγελματίες τεχνίτες που ήξεραν τις ιδιότητες των κλωστών στο φως και τις εντυπώσεις που δημιουργούνταν από την εναλλαγή και φορά των βελονιών. Το κέντημα είναι δουλεμένο με χρυσοκλωστές (χρυσοσύρματα) πάνω σε χοντρό χαρτί που δίνει την ανάγλυφη όψη στο κέντημα. Ο συρμακέσης ήταν ο τεχνίτης που έκανε όλη την προπαρασκευαστική εργασία για την κατασκευή του χρυσοκέντηματος. Πρώτα ζωγράφιζε το σχέδιο σε ειδικό χαρτί και το έκοβε με ακρίβεια χρησιμοποιώντας οξύ μαχαιράκι. Ο συρμακέσης κολλούσε με προσοχή το χαρτί στο βελούδο στα σημεία που θα γινόταν το κέντημα. Κάτω από το βελούδο τοποθετούσε την φόδρα που δυνάμωνε την αντοχή του. Το κέντημα γινόταν πάνω από το χαρτί με τη κρυφή ρίζα. Ονομαζόταν έτσι διότι το χρυσοκέντημα δεν διαπερνούσε την φόδρα και έτσι δεν φαίνεται από την ανάποδη. Το κέντημα είναι επίσης δουλεμένο με τρισδιάστατο λεπτό σύρμα στριφογυρισμένο σαν έλασμα (τιρτίρ). Χρυσά στρογγυλά «ππούλια» διακοσμούν τα μοτίβα των λουλουδιών. οι επίπεδες επιφάνειές τους αντανακλούν το φως δίδοντας επιπρόσθετο πλούτο και ομορφιά στο κέντημα. Πιθανόν να είναι κατάλοιπα από την πρακτική ενσωμάτωσης πολύτιμων λίθων στη διακόσμηση λειτουργικών εκκλησιαστικών αμφίων. Μέχρι τον 19ο αιώνα η ποιότητα των κλωστών ποικίλλει, από αυτές που γίνονταν από γνήσιο χρυσάφι, αυτές που ήταν επιχρυσωμένες, άλλες που ονομάζονταν κάλπικες διότι ήταν καμωμένες με νοθευμένο χρυσό και αυτές που ήταν καμωμένες με απλό σύρμα. Δύο πολύ παρόμοια κεντήματα βρίσκονται στην συλλογή Πιερίδη που αγοράστηκαν από κύμα προσφύγων που έφθασε στην Κύπρο από την Μικρά Ασία το 1906, καθώς και ένα τρίτο κέντημα στη Μονή Μαχαιρά. Το κέντημα έχει επίσης ομοιότητες με λειτουργικά εκκλησιαστικά άμφια και πολύτιμα σκεπάσματα της Παναγίας της Ιεράς Μονής Κύκκου. Πληροφορίες: Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, τηλ. 22 432578, www.cypriotstudies.org
|
||||||||||||
|
Αγορά εικόνας από δημοπρασία του οίκου Κρίστης (Christie’s) Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών επαναπάτρισε πρόσφατα αμφιπρόσωπη μεταβυζαντινή εικόνα, διαστάσεων 37x26x3 εκ., η οποία αγοράστηκε από δημοπρασία του οίκου Κρίστης στο Λονδίνο. Το έργο στην πίσω όψη, που είναι και η παλαιότερη, διατηρεί μισοκατεστραμμένη ημίσωμη μορφή αδιάγνωστου αγίου, η οποία φαίνεται ότι αποτελούσε μέρος σειράς Μεγάλης Δέησης (Αποστολικό), ίσως του 17ου αι. Στη δεύτερη της χρήση ζωγραφίστηκε στην άλλη όψη, που σήμερα είναι η κύρια όψη του έργου, η σκηνή της Ψηλάφησης του Θωμά, και αποτέλεσε μέρος σειράς Δωδεκαόρτου. Το συμβάν διαδραματίζεται στο εσωτερικό δωματίου, του οποίου η δίφυλλη καμαρωτή θύρα είναι κλειστή, όπως την ορίζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Ο Χριστός με ερυθρό χιτώνα στέκει στο μέσο, διαχωρίζοντας τον όμιλο των μαθητών σε δύο ημιομάδες. Με το ανασηκωμένο δεξί του χέρι ευλογεί, ενώ στο άλλο κρατεί ειλητάριο με την εντολή προς τον Θωμά: «Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου και φέρε την …» (Ιω. 20.27). Ο νεαρός Θωμάς εικονίζεται στα αριστερά περιδεής να αγγίζει τον δείκτη του δεξιού του χεριού στη λογχισμένη πλευρά του δασκάλου του, ενώ στο άλλο του χέρι κρατεί ειλητάριο με καταγραμμένη τη δήλωση πίστεως: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20.28). Το έργο, αν και είναι ανυπόγραφο, με ευκολία μπορεί να αποδοθεί στον αγιογράφο Παρθένιο, που δραστηριοποιείται στα τέλη του 18ου και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Πρόκειται για ιδιαίτερα λαϊκότροπο ζωγράφο με πλούσιο έργο, κυρίως στους ναούς της υπαίθρου. Βασικά γνωρίσματα της δουλειάς του είναι η απλότητα, η αφέλεια, τα ζωηρά χρώματα, ο γρήγορος σχεδιασμός. Ο Παρθένιος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ο αντίποδας του καταξιωμένου Κρητικού ζωγράφου Ιωάννη Κορνάρου, που δρα στην Κύπρο την ίδια εποχή. Ο ένας είναι ο ζωγράφος των λαϊκών-φτωχών στρωμάτων και ο άλλος των αστών και πλουσίων ραγιάδων της Κύπρου των αρχών του 19ου αιώνα. Η εικόνα προέρχεται μάλλον από λεηλατημένο ναό του τουρκοκατεχόμενου τμήματος της Κύπρου. Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών την απέκτησε μέσω χρηματικής χορηγίας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής. Για τον σκοπό αυτό και από τη θέση αυτή θερμά ευχαριστεί τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομο Β΄. Το έργο εκτίθεται ήδη στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου (κτήριο Παλαιάς Αρχιεπισκοπής). |
|||||||||||||
|
Αδιάγνωστος Άγιος, 17ος αιώνας. |
Η Ψηλάφηση του Θωμά, τέλη 18ου αιώνα |
||||||||||||
|
|||||||||||||